ΣΥΜΗ

ΣΥΜΗ
Νοσταλγία για το καλοκαίρι

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Γεννήθηκα το 1928.  O τοκετός είχε κρατήσει δύο χρόνια.  Τότε η Αθήνα ζούσε στον παλμό της Art Nouveau και μέχρι τον πόλεμο γνώρισα στιγμές δόξας μαζί με τους γείτονές μου στο Σύνταγμα, τη «Μεγάλη Βρετανία» και το «King George».   Γύρω μου η γειτονιά των Πατησίων έσφυζε από ζωή, γεμάτη θέατρα, κινηματογράφους, ζαχαροπλαστεία και αστικά σπίτια που τράβηξαν το όνειρο του επαρχιώτη για αστική ζωή.  Με λένε «ACROPOLE PALACE».

Το αγαπημένο μου κομμάτι ήταν οι μαρμάρινες σκάλες μου. Αυτές με στόλιζαν.  Αυτό όμως που μου έδινε ζωή ήταν ο κόσμος με τα ξένοιαστα γέλια του.  Μου άρεσε να κάθομαι το απόγευμα ανάμεσα στις κυρίες των Αθηνών που ερχόντουσαν για τσάι ή καφέ και για να κουτσομπολέψουν.  Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι οργάνωναν εκατοντάδες «τέϊα κυριών» κι έτσι ένιωθα ότι πρόσφερα στους φτωχούς της πόλης.

Οι ωραίες μου στιγμές ήταν τα βράδια με τις δεξιώσεις και τους χορούς.  Τι κέφι!  Νέοι και γέροι τιμούσαν τις μεγάλες μου αίθουσες με την παρουσία τους, με σαμπάνιες και χορό μέχρι το πρωί.  Ρεβεγιόν Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και οι αγαπημένες μου Απόκριες.

Πέρασα και δύσκολα, όταν προσπάθησαν να με ανακαινίσουν – για να με σώσουν, μου είπαν – το 1966 και το 1989.

Από τις τελευταίες εκδηλώσεις που υποδέχτηκα ήταν ο Αποκριάτικος χορός των μελών του Mobil Club, νομίζω το 1985.  Άντρες και γυναίκες, συνταξιούχοι και εν ενεργεία εργαζόμενοι.  Η μεγάλη σάλα μου είχε ετοιμαστεί από νωρίς κάτω από το ακούραστο μάτι του Maitre d’.  Τα ώριμα  γκαρσόνια με τη σχολαστικότητα που είχαν μάθει από τη νεανική τους ηλικία φόρεσαν τα μαύρα φράκα και τα ολόλευκα πουκάμισα.  Θυμάμαι κι ένα κορίτσι ανάμεσα στις παρέες των εργαζομένων.  Τίποτα σπουδαίο.  Τα είκοσι πέντε της χρόνια ήταν όλη της η ομορφιά.

Από το 1999 με «φροντίζει» το Υπουργείο Πολιτισμού.  Όταν είχα ακούσει τα μαντάτα, μου κόπηκαν τα πόδια, έτριξαν τα παρκέ μου.

Τα συναισθήματά μου ήταν μπερδεμένα όταν με επισκέφτηκε ο Κωστής, το πρεζόνι, για να κάνει ένεση.  Μελαγχόλησα όταν τον είδα να φέρνει για παρέα και τη φίλη του Ε.  Δεν είχα χέρια, ούτε δύναμη ψυχής να τους σταματήσω.  Οι λαμαρίνες που με είχαν τυλίξει τις ένιωθα σαν χειροπέδες, με έπνιγαν.  Για να γλυτώνω από αυτές τις εικόνες, έρριχνα το βλέμα μου στην Πατησίων και στο Πολυτεχνείο.  Το κτίριο του Πολυτεχνείου, έσκυβε το κεφάλι κι εκείνο με ντροπή.  Κουκουλοφόροι, ΜΑΤ, φωτιές σε κάδους, θλιμμένοι άνθρωποι, θλιμμένα κτίρια.  Η θλίψη τύλιξε και μένα, οι εξωτερικοί μου τοίχοι άρχισαν να μαυρίζουν.  Ακόμα και οι λαμαρίνες-χειροπέδες έγειραν παραδομένες.  Με σκότωναν αργά.  Το χειρότερο ήταν ότι κι εγώ ήθελα πια να πεθάνω.

Διάλεξα ένα ήσυχο απόγευμα, την ώρα που οι κρατικές υπηρεσίες κοιμούνται και η Πατησίων αδειάζει.  Υπήρχε πλάνο. Εγώ άναψα τη φωτιά το απόγευμα της προηγούμενης Δευτέρας.

1 σχόλιο: